--C Αθήνα

Ευρωπαική Ένωση: Καταδικάζει τις «πολιτικές διακρίσεων» της Τουρκίας κατά της ελληνικής μειονότητας

©EPA/Peter Foley

Τις «πολιτικές διακρίσεων» που εφάρμοσε η Τουρκία κατά της ελληνικής μειονότητας και είχαν ως αποτέλεσμα «να βρίσκεται σήμερα στα πρόθυρα της εξαφάνισης», κατήγγειλε εκ μέρους της ΕΕ ο ειδικός εκπρόσωπος της για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Ίμον Γκίλμορ, στην 77η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών .

    «Η ΕΕ εκφράζει τη βαθιά λύπη της για τις παλαιότερες πολιτικές διακρίσεων που εφάρμοσε η Τουρκία, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα η ελληνική μειονότητα να βρίσκεται σήμερα στα πρόθυρα της εξαφάνισης» ανέφερε ο Ευρωπαίος αξιωματούχος.

Τόνισε πως η ΕΕ κάλεσε εκ νέου την Τουρκία να προστατεύσει τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις θεμελιώδεις ελευθερίες και το κράτος δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των περιουσιακών δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες και των νομικών προσώπων των μειονοτήτων.

 Στο θέμα της ελληνικής μειονότητας αναφέρθηκε ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Δένδιας, από τη Νέα Υόρκη. «Θα ήταν καλό η Τουρκία να απαντήσει τι συνέβη στην ελληνική μειονότητα στην Κωνσταντινούπολη και πώς η ακμάζουσα άνω των 100.000 ανθρώπους κάποτε μειονότητα, σήμερα έχει περιοριστεί σε λιγότερο από 5.000 ή όπως κάποτε λεγόταν, η Τουρκία δεν δικαιούται διά να ομιλεί» είχε υπογραμμίσει ο υπουργός Εξωτερικών.

Ο Ίμον Γκίλμορ σημείωσε ότι «τα ζητήματα μειονοτήτων χρησιμοποιούνται ως ψευδή προσχήματα για να δικαιολογηθούν οι πόλεμοι, όπως συνέβη στην απρόκλητη και αδικαιολόγητη στρατιωτική επίθεση της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας».

Ο ειδικός εκπρόσωπος της ΕΕ υπογράμμισε ότι στις 18 Δεκεμβρίου θα συμπληρωθούν 30 χρόνια από τότε που τα κράτη/μέλη του ΟΗΕ υιοθέτησαν τη Διακήρυξη για τα Δικαιώματα των Προσώπων που ανήκουν σε Εθνικές ή Εθνοτικές, Θρησκευτικές και Γλωσσικές Μειονότητες και υπογράμμισε ότι «η Διακήρυξη παραμένει ορόσημο για την προώθηση και την προστασία των δικαιωμάτων των ατόμων που ανήκουν στις προαναφερθείσες μειονότητες» και «παρέχει καθοδήγηση και θέτει πρότυπα, μεταξύ άλλων, σχετικά με τη μη διάκριση, τη χρήση της μητρικής γλώσσας και την αποτελεσματική συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων».